καταδαπτω

καταδαπτω
    καταδάπτω
    κατα-δάπτω
    разрывать, растерзывать
    

(τόνγε κύνες τε καὴ οἰωνοὴ κατέδαψαν Hom.)

    μευ καταδάπτεται ἀκούοντος φίλον ἦτορ Hom. — сердце мое разрывается, когда я слышу (все это)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "καταδαπτω" в других словарях:

  • καταδάπτω — (Α) κατασπαράζω, καταξεσχίζω τις σάρκες («μή με ἔα... κύνας καταδάψαι», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δάπτω «καταβροχθίζω»] …   Dictionary of Greek

  • καταδάψαι — καταδάπτω devour aor inf act καταδάψαῑ , καταδάπτω devour aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέδαπτον — καταδάπτω devour imperf ind act 3rd pl καταδάπτω devour imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδάπτεται — καταδάπτω devour pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέδαπτε — καταδάπτω devour imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέδαψαν — καταδάπτω devour aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέδαψε — καταδάπτω devour aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδάπτετ' — καταδάπτετε , καταδάπτω devour pres imperat act 2nd pl καταδάπτετε , καταδάπτω devour pres ind act 2nd pl καταδάπτεται , καταδάπτω devour pres ind mp 3rd sg καταδάπτετο , καταδάπτω devour imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic) καταδάπτετε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδαρδάπτω — (Α) καταδάπτω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δαρδάπτω «καταβροχθίζω»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»